σαφήνειαν

σαφήνεια
clearness
fem acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εύεικτος — εὔεικτος, ον (ΑΜ) 1. αυτός που υπακούει εύκολα, ο ευπειθής, ο πειθήνιος 2. αυτός που υποχωρεί εύκολα, ο μαλακός, ο ενδοτικός μσν. 1. αυτός που μεταβάλλεται εύκολα («λόγον εὔεικτον εἰς σαφήνειαν», Μάξ. Ομολ.) 2. (για αποστήματα) αυτός που υποχωρεί …   Dictionary of Greek

  • σαφήνεια — η, ΝΑ [σαφηνής] (συν. σχετικά με γραπτό ή προφορικό λόγο) ευκρίνεια, διαύγεια, ενάργεια, καθαρότητα (α. «μίλησε με σαφήνεια και ειλικρίνεια» β. «σαφηνείᾳ λόγου εἰδώς τι», Αισχύλ.) αρχ. σαφής γνώση («σαφήνειαν θεοὶ ἔχοντι», Αλκμ.) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.